Make your own free website on Tripod.com

Ότι προηγείται αποτελεί διαφημιστικό υλικό και δεν αφορά τη σελίδα


 

Urbi et Orbi

 

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Ακέφαλη συνείδηση (2002), σχέδιο ΣΩΤΗΡΗΣ ΛΙΟΝΤΟΣ

 

 

 

  Τι είναι ο υπερρεαλισμός; Το ερώτημα αυτό επανέρχεται, ογδόντα και πλέον χρόνια από την αρχική του διατύπωση, για να καταστήσει σαφές εκείνο που θα έπρεπε να είναι ήδη αυτονόητο, προφανές και σε μεγάλο βαθμό κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, στην μακρά πορεία της προς την πνευματική απελευθέρωση και την κοινωνική χειραφέτηση.

Κατ’ αρχάς είναι απαραίτητο να τονισθεί ότι ο υπερρεαλισμός δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα της πρωτοπορίας, με συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης και λήξης όπως τον παρουσιάζουν οι εγκυκλοπαίδειες, τα λεξικά και οι ιστορίες της τέχνης και της λογοτεχνίας. Αποτελεί την συνειδητοποίηση και απόπειρα ολικής έκφρασης ενός προτάγματος που οι πρώιμοι σπινθήρες του διαύγασαν τον νυχτερινό ουρανό του νεότερου κόσμου σχηματίζοντας το μονόγραμμα μιας υπόσχεσης που ακόμη και αν η μοίρα της είναι να παραμείνει ανεκπλήρωτη—αλλά ποιος μπορεί να το πει αυτό, πριν προφερθεί η τελευταία μας λέξη;—δεν είναι λιγότερο αισθητή η επιθυμία προσέγγισης της πηγής της, εναρμονισμού με την προοπτική της.

Ως ανάγκη του ανθρώπου, ο υπερρεαλισμός δεν είναι ούτε περιορισμένος σε στενά χωρικά, κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια, αλλά ούτε και άχρονος. Αν οι ρίζες του φθάνουν πολύ μακριά, αν συστηματοποιεί ένα πλέγμα σημάτων που φαίνονταν να αναπτύσσονται αυτόνομα και τυφλά, χωρίς συνείδηση της βαθιάς τους συνάφειας, και αν οι εκφάνσεις του αγγίζουν ακόμη φευγαλέα όσους εμποδίζονται να τον αναγνωρίσουν και να τον ονομάσουν, δεν υπήρξε λιγότερο υπαρκτή η απόφαση ίδρυσής του, ούτε και άμοιρη επιρροών από τους κραδασμούς που διαπερνούσαν τότε τον πνευματικό και κοινωνικό ορίζοντα. Και αν αναδύθηκε μες από το κλίμα μιας σειράς “σχολών” ή πρωτοποριακών κινήσεων, δεν είχε καμία ψευδαίσθηση για την όποια σύγκλισή του με αυτές. Το ιστορικό πλαίσιο της πρώιμης έκφρασής του παρέσχε τις συνθήκες συνειδητοποίησης ενός δυναμικού που μόνη η διοχέτευσή του στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν σε θέση να αξιοποιήσει.

Ο υπερρεαλισμός έτσι βρίσκεται εντός της ιστορίας, αλλά όχι με την έννοια μιας στιγμής στην εξέλιξη των τρόπων με τους οποίους εκλαμβάνεται και λειτουργεί η τέχνη. Αυτό σημαίνει ότι το “τέλος” του, ως κινήματος, δεν εγγυάται καμιά επιβίωση της όποιας κληρονομιάς του σε μια συνεχιζόμενη επ’ αόριστον ευρύτερη “πρωτοπορία”, αφού η τελευταία αυτή, όντας μια σύλληψη αδιανόητη έξω από τις συνθήκες που την παρήγαγαν και τους περιορισμούς που συνεπάγονται αυτές, αδυνατεί να εγγυηθεί την αναγκαιότητά της σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να καταπνίγει την επιθυμία που εξακολουθεί να υποδαυλίζει το υπερρεαλιστικό πρόταγμα. Ένα τέτοιο “τέλος” δεν μπορεί εξ άλλου να αντιμετωπισθεί (όπως υποστηρίχθηκε κάποτε) ως αναπόφευκτη ολοκλήρωση ενός κύκλου στην ευρύτερη πορεία ενός “αιώνιου” υπερρεαλισμού, γιατί η μόνη δυνατή μοίρα μιας κίνησης που συγκέντρωσε τις υπάρχουσες δονήσεις σε μια πρωτόγνωρη δέσμη δυνάμεων είναι να τις διασκορπίσει οριστικά με την διακοπή της, αδιάφορη για την όποια αιωνιότητα. Υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: ή ο υπερρεαλισμός παραμένει έτοιμος όσο πάντοτε να αναγνωρίσει το τέλος του μόνο σε μια κίνηση πιο ρηξικέλευθη, που υπερβαίνει την δική του εμβέλεια, ή επιλέγεται η απόρριψη των ίδιων του των προοπτικών, ως “ιστορικά παρωχημένων”. Όμως η ολική παραίτηση, η ακινησία των ιδεών και των αισθήσεων που συνεπάγεται μια τέτοια πεποίθηση θα αποτελούσε μια ακατανόητη επιλογή για όποιον έχει βιώσει την ακατάπαυτη μεταλλαγή των επιθυμιών του στο μήκος ενός μίτου που ξετυλίγεται στους πιο δαιδαλώδεις σχηματισμούς, κι ωστόσο ακούει ακόμη στο ίδιο όνομα.           

   

Αντιθέτως από ό,τι θα πιστεύαμε αν δίναμε σημασία σε έναν βολικό για κάποιους κοινό τόπο, ο υπερρεαλισμός δεν αποτελεί μία απόπειρα φυγής από την πραγματικότητα ή απόδρασης από την καθημερινότητα, δεν ανάγει τα πάντα στο παράλογο, ούτε τείνει προς την διάλυση και τον κατακερματισμό κάθε γνωστικού αντικειμένου, αλλά ούτε και είναι μία τάση που επιδιώκει να αναγάγει τα ετερόκλητα γνωρίσματά της σε μια στατική κατάσταση φαινομενικής ομοιομορφίας. Αποτελεί μια συγκροτημένη θεωρία εποπτικότερης θέασης και ερμηνείας του κόσμου. Αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο τρόπο σύλληψης, κατανόησης και διαπραγμάτευσης των εκδηλώσεων της ζωής, που δίνει έμφαση σε ένα πλήθος από υποβαθμισμένα ή συκοφαντημένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης της διασκορπισμένης και αλλοτριωμένης ανθρώπινης συνείδησης.

Ο υπερρεαλισμός είναι ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης και αντίληψης της φύσης αυτού που ονομάζουμε ζωή σε όλο της το φάσμα, αλλά και μια ιδιαίτερη στάση απέναντι στα φαινόμενα που απαρτίζουν τον κόσμο, έχοντας ως κύρια επιδίωξη την ριζική αλλαγή της οπτικής με την οποία οι άνθρωποι βλέπουν την ζωή και την πραγματικότητα, καθώς και την ανάδειξη της πολυδιάστατης υπόστασής τους. Επιδεικνύοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στις αυτοσχέδιες εμπνεύσεις της στιγμής, στην ακατανίκητη παρόρμηση της ενδοσκόπησης και της ανάκλησης απωθημένων σκέψεων, επιθυμιών και συναισθημάτων από το ασυνείδητο, στον λεκτικό αυτοματισμό, την γλωσσική παραφορά, την διανοητική αυθορμησία και την εγκατάλειψη στα αναπάντεχα ευρήματα της τυχαιότητας, ο υπερρεαλισμός παρακινεί τον άνθρωπο να αποδεσμεύσει το πνεύμα του από ηθικές προκαταλήψεις και κοινωνικές δεσμεύσεις, ώστε να διευρύνει τους ορίζοντες της αντιληπτικότητάς του, μεταβάλλοντας εξ ολοκλήρου τους όρους διαβίωσής του στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον.

Ο υπερρεαλισμός αποσκοπεί σε μια ολική σύνθεση των συστατικών και των αντινομιών της πραγματικότητας, σε ισότιμη βάση και συνεχή διαλεκτική αλληλεπίδραση, μέσω της διαρκούς εναλλαγής κυρίαρχων και παθητικών ρόλων κάθε μορφής εκδήλωσής τους, καθώς και μέσω της προβολής αφανών και παραμελημένων τομέων του ανθρώπινου φαντασιακού και της αυτούσιας και αμεταμφίεστης προβολής τους στην επιφάνεια της συνείδησης. Αποτελεί μια αέναη διαδικασία αναζήτησης διεξόδων προς νέες νοητικές αναλογίες και πρωτόγνωρες προοπτικές, προς μια συστηματοποίηση του ανθρώπινου ψυχισμού που να εμπεριέχει τις λεγόμενες ανορθολογικές συνιστώσες του, χωρίς κάτι τέτοιο να συνεπάγεται την εγκαθίδρυση ενός συγκεκριμένου “ανορθολογικού” σχήματος στο επίκεντρο κάθε δράσης και θέασης. Ο προσδιορισμός εξ άλλου αυτών των συνιστωσών σε συνάρτηση με έναν κάποιον υποτιθέμενο σταθεροποιητικό μηχανισμό που επιβάλλει την εξολόθρευση ή σκιώδη επιβίωσή τους υπαινίσσεται μια άλυτη αντίθεση που ο υπερρεαλισμός ανάγει σε δυναμική, χωρίς ποτέ να την μετατρέπει σε ουδέτερη συνύπαρξη.

Ο υπερρεαλισμός μάς παρακινεί να εκμεταλλευθούμε στο έπακρο την ικανότητα που διαθέτουμε να υπερβαίνουμε τις εγγενείς μας αντιφάσεις αναγνωρίζοντας την μαγνητική συγγένεια των επιμέρους στοιχείων τους. Καταγγέλλει την επιβίωσή μας μέσα σε μια επίφαση ζωής ως ανολοκλήρωτοι άνθρωποι, αδύναμοι απέναντι σε όλα, απογυμνωμένοι από την δυνατότητα επινόησης νέων μύθων και ανυποψίαστοι για τις απολαύσεις που δεν τολμούμε να βιώσουμε, φοβούμενοι να τις αποφυλακίσουμε από τα ενδότερα της συνείδησής μας, γιατί δεν γνωρίζουμε πού είναι ικανές να μας οδηγήσουν. Κι όμως, το κλειδί που ανοίγει διάπλατα τις θύρες των υπερρεαλιστικών πεδίων βρίσκεται μέσα στον καθένα μας και η διαχείρισή του δεν απαιτεί να γνωρίζουμε τις οδηγίες χρήσεως.

 

Ο υπερρεαλισμός δεν είναι μια λογοτεχνική ή καλλιτεχνική τεχνοτροπία που προσπαθεί να πρωτοτυπήσει ή να εντυπωσιάσει βασιζόμενη στο αλλόκοτο και στο εξωπραγματικό. Αν τοποθετείται, ύποπτα, στο επίπεδο της αισθητικής έκφρασης, αυτό συμβαίνει γιατί εντοπίζει και αναδεικνύει εν τη γενέσει του το φαντασιακό δυναμικό που, έξω από εκείνον, αποκόβεται από την σχέση του με το ψυχικό και κοινωνικό γίγνεσθαι και διοχετεύεται σε έναν τομέα αλλοτριωμένο και αυτόνομο. Ο υπερρεαλισμός ωστόσο είναι η τοποθέτηση, σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιών, της εγγενούς ανάγκης του ανθρώπου να εκφράζεται όσο το δυνατόν πιο ελεύθερα, έξω από τις κοινωνικές, ηθικές και ιδεολογικές αρχές και τα ασφυκτικά πλαίσια που καθορίζει η κυρίαρχη ιδεολογία κάθε εποχής, ιδεολογία που επιδιώκει να επιβάλλει την έννοια κάποιων “μοντέλων” στην σκέψη και στον λόγο, και ορισμένων επιτρεπτών ορίων στην έκφρασή τους για λόγους καθαρά εξουσιαστικούς.

Ο υπερρεαλισμός επενδύει στην απελευθερωτική δύναμη της γλώσσας, από την ιδιαίτερη χρήση της οποίας εκτιμά ότι μπορεί να προκύψει μία γενικευμένη πρόταση αυτογνωσίας μέσω της άμεσης και αμεταμφίεστης καταγραφής εντυπώσεων, ερεθισμάτων, παρορμήσεων και επιθυμιών κάθε είδους, προέλευσης και μορφής, με οποιονδήποτε τρόπο αυτές απορρέουν ή εκμαιεύονται, αξιοποιώντας για τον σκοπό αυτό όλα ανεξαιρέτως τα νοητικά δεδομένα και τις ικανότητες που ο καθένας διαθέτει και οι οποίες, άπαξ ανιχνευθούν και καταγραφούν, αποτελούν άμεσες αποδείξεις ύπαρξης αυτοτελών πραγματικοτήτων από τις οποίες προήλθαν ή τις οποίες εκφράζουν, χωρίς την επέμβαση της ορθολογικής διαδικασίας της εξήγησης, της ερμηνείας, της αξιολόγησης ή της δικαιολόγησης της παρουσίας τους. Διαμέσου αυτής της πορείας αυτογνωσίας, είμαστε σε θέση να οδηγηθούμε προς μια νέα κατανόηση της έννοιας και του περιεχομένου της ανθρώπινης ελευθερίας, δίδοντάς της το πλέον ριζοσπαστικό περιεχόμενο, και θεωρώντας την όχι ως κάποιο  ιδανικό προβεβλημένο στατικά σε ένα απώτατο μέλλον, αλλά ως μια διαρκή διακύβευση, ένα ζήτημα ζωτικής σημασίας, άμεσα αισθητό στα σήματα της καθημερινής εμπειρίας, πάντοτε πρόσφορο στην διεκδίκηση και ικανό να μας οδηγήσει σε έναν επαναπροσδιορισμό του ανθρώπινου πεπρωμένου.

Ο μύθος—βασική σταθερά στον υπερρεαλισμό—εμφανίζεται εδώ απαλλαγμένος από μεταφυσικές παραμέτρους, χωρίς οι συνθήκες διαμόρφωσης αυτών των τελευταίων να παραγνωρίζονται. Ο υπερρεαλισμός συνειδητοποιεί απόλυτα ότι ο πόθος που τον διαπερνά έχει την εκρηκτική ιδιότητα της διαρκούς επίκλησης των αντιθέσεων που είναι εγγενείς στην ανθρώπινη κατάσταση όπως την βιώνουμε. Αν η αποξένωση του ανθρώπου από τον κόσμο αντανακλάται στα συστατικά στοιχεία της εσωτερικής του κοσμογραφίας, ο υπερρεαλισμός ενεργοποιεί την επαναστατική νοσταλγία, την αέναη αναζήτηση των χαμένων κλειδιών που θα επανέφεραν την ισορροπία, χωρίς να καταφεύγει στο άλλοθι της προσμονής μιας εξωκοσμικής κατάλυσης των διαφορών. Ο υπερρεαλιστικός μύθος είναι ανοιχτός ακριβώς γιατί αναπτύσσει, μέσα από άπειρους προσανατολισμούς στο “δάσος των ενδείξεων”, μια πορεία που κατευθύνεται από την μέθη της δυνατότητας, τον χλευασμό της “ευθείας οδού”, και που η αβεβαιότητα της έκβασής της παρατείνει τον πόθο της συνέχισής της. Και αν η σκιά της αρνητικότητας παραμονεύει σε κάθε στροφή, αν η πορεία διανθίζεται από ένα γέλιο που το περίγραμμά του είναι αιμάτινο, αυτές είναι οι εγγυήσεις που έχουμε για το ότι ο δρόμος που πήραμε απέχει πολύ από το να είναι ο ασφαλέστερος.    

 

Όταν ως ατομικές οντότητες φθάσουμε στο σημείο να αποδεχόμαστε και να συσχετίζουμε άμεσα και αβίαστα τις υπερρεαλιστικές εκδηλώσεις των αντιληπτών φαινομένων και να τις εντάσσουμε με φυσικό τρόπο στην καθημερινή μας ζωή, αλλά και όταν κατορθώσουμε να αναγνωρίσουμε την αξία της ασυνείδητης λειτουργίας της ατομικής μας ύπαρξης και των ευρημάτων της αντικειμενικής συγκυρίας, που υποδαυλίζουν τον πόθο και τον διοχετεύουν σε κάθε τομέα δραστηριότητάς μας, τότε ο υπερρεαλισμός ως τρόπος σκέψης και δράσης, μπορεί να καταστεί ένα θεμελιώδες βίωμα του ανθρώπου και να εγγραφεί στην ζωή του ως μία και μοναδική, απόλυτη και πολυδιάστατη πραγματικότητα.

Η μελέτη και ανάλυση των ονειρικών φαινομένων, και οι οραματικές αναλαμπές της βέβηλης φαντασίας, που διευρύνουν τις προοπτικές και πολλαπλασιάζουν τις πιθανότητες  εφαρμογής στην πράξη των βαθύτερων επιθυμιών μας, αλλά και η δι-υποκειμενική επικοινωνία των ερωτευμένων όντων, διατηρούμενη σε κατάσταση αγνού αυθορμητισμού κατά την αναζήτηση του “θαυμαστού” σε κάθε εκδήλωση της εξελικτικής πορείας της, καταργεί τους φραγμούς τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές υπάρξεις όσο και ανάμεσα στο νοητό και τον βιωματικό κόσμο, στο όνειρο και την εγρήγορση, στην λογική και την τρέλα, περιλαμβάνοντας όλες τις μορφές της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς σε μία ενιαία σύλληψη ενός κόσμου εν τω γίγνεσθαι, όπου κάθε στοιχείο του μπορεί ανά πάσα στιγμή να μεταβληθεί στο αντίθετό του, να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί.

Ο υπερρεαλισμός κατά συνέπεια ταυτίζεται με την ιδανική λειτουργία της ποίησης, που δεν είναι άλλη από την ικανότητα του ανθρώπινου πνεύματος, στην κατάσταση της μέγιστης δυνατής ελευθερίας, να συνθέτει μια σειρά από επιμέρους ή συμπληρωματικές πραγματικότητες, δημιουργώντας μέσα σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο μία συνολική υπερπραγματικότητα. Η κατάσταση της υπερπραγματικότητας είναι μία εφικτή δυνατότητα της ανθρώπινης υπόστασης, ικανή να συντελεστεί όταν το πνεύμα, απελευθερωμένο από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό, ηθική παρεμπόδιση και επίκτητες προκαταλήψεις, προβαίνει σε μια σύνθεση μεταξύ της βιωμένης εμπειρίας και της φαντασιακής επινόησης, μεταξύ του μυθοποιημένου παρελθόντος και του ανοιχτού στα νεύματα της δυνατότητας μέλλοντος, μεταξύ της αδιαπραγμάτευτης ατομικής ελευθερίας και των βαθύτερων πόθων του ανθρώπου από την μία, και της κοινωνίας μέσα στην οποία έχει αναγκαστεί να ζήσει από την άλλη, μιας κοινωνίας θεμελιωμένης πάνω στην χειραγώγηση του ανθρώπου και τον περιορισμό των δικαιωμάτων του.

 

Ο άνθρωπος, ως δυνάμει ποιητής ο ίδιος, βρίσκεται σε προνομιακή θέση όχι μόνο να συλλάβει αλλά και να κατακτήσει το “υπερπραγματικό” προσεγγίζοντας την κατάσταση του “ζην ποιητικώς” και να δημιουργήσει απτή ποίηση, που να μην περιορίζεται στην συγγραφή ποιητικών κειμένων, αλλά που, εκκινώντας από την ακατάβλητη δημιουργική δύναμη της εξεγερμένης υποκειμενικότητας και την ασίγαστη λαχτάρα της ατομικής θέλησης για αδέσμευτη ζωή, μπορεί να επεκταθεί στον χώρο ενός ευρύτερου συνόλου δραστηριοτήτων, αποτελούμενου από τις ασυνείδητες παρορμήσεις, τις λανθάνουσες επιθυμίες, την αναδίφηση του κόσμου των ονείρων, την ανάδειξη του ρόλου των ενστίκτων, την ανάσυρση των φαντασιώσεων, την χρήση του μαύρου χιούμορ, την έρευνα των ερωτικών παθών, την διεύρυνση των σαρκικών απολαύσεων και την αναγκαιότητα έμπρακτης δράσης για την μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο υπερρεαλισμός δεν νοείται απαραιτήτως ως πιστή προσήλωση στο γράμμα οποιωνδήποτε ιστορικών θέσεων ή διακηρύξεων του παρελθόντος, ούτε εκλαμβάνεται ως δογματική εφαρμογή κάποιων “κανόνων” ή υιοθέτηση “συμπεριφορών” κάποιων προσωπικοτήτων του, ούτε ως απλή αναπαραγωγή των μεθόδων ή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που εκείνος ή οι κατά καιρούς εκπρόσωποί του εκδήλωσαν. Αποτελεί όμως μια όσο το δυνατόν πιο ανεξέλεγκτη από την ορθολογιστική τροχοπέδη νοοτροπία ρήξης με την περιρρέουσα κοινωνική συμβατικότητα και τον κυρίαρχο πνευματικό συντηρητισμό, και ταυτόχρονης αποκάλυψης, με κάθε διαθέσιμο μέσο, αφανών πτυχών του εσωτερικού μας κόσμου που όσο πιο αλογόκριτα έρχονται στο φως, τόσο περισσότερο μας ολοκληρώνουν ως ανθρώπινα όντα οδηγώντας μας στην ευρύτερη δυνατή πνευματική και κατ’ επέκταση κοινωνική απελευθέρωση.

Η ποίηση, ως κινητήρια δύναμη των επιδιώξεών μας, αποτελεί μια διαδικασία πνευματικής ανάδρασης που πηγάζει από βαθιές ατομικές μας ανάγκες και καθρεφτίζει κάθε πτυχή του συναισθηματικού μας κόσμου, παραβιάζοντας τα όρια της επικοινωνιακής λειτουργίας της γλώσσας, μεταβάλλοντας την σημασιολογία των λέξεων και υπερβαίνοντας  τα συλλογικά στερεότυπα και τα κοινωνικά ιδεολογήματα κάθε εποχής. Οι υπερρεαλιστές δημιουργοί, ασκημένοι στην πνευματική εγρήγορση και την διευρυμένη αισθητηριακή δεκτικότητα, αντικαθιστούν τα αισθητικά κριτήρια πρόσληψης και αξιολόγησης των δημιουργιών τους με έναν υψηλό βαθμό αυτεπίγνωσης, που επιτρέπει την όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη και αλογόκριτη ροή προς τα έξω των εκάστοτε ποιητικών εκφράσεών τους και την άμεση καταγραφή τους χωρίς δεσμεύσεις, απαγορεύσεις και αποκλεισμούς. Η αναδίφηση στο μυστηριώδες, στο φαινομενικά παράδοξο, στο διφορούμενο και στο αινιγματικό, μακριά από κάθε ηθική προκατάληψη και μεταφυσικό προκάλυμμα, και η αναζήτηση αναλογιών και αντιστοιχιών των εσωτερικών γεγονότων του πνεύματος με τα εξωτερικά φαινόμενα της ζωής, συμβάλλει στην εξαντλητική διερεύνηση όλων των πτυχών της συνείδησής μας, στην κατάργηση των φραγμών της και στην καταπολέμηση των εμποδίων που προβάλλει η δύναμη της συνήθειας.

Αντιμέτωποι με την επικρατούσα άποψη για τον ρόλο κάθε μορφής τέχνης, ως υπερρεαλιστές αποφεύγουμε κάθε μονοδιάστατη ερμηνεία του κόσμου, δεν διαπραγματευόμαστε τα φαινόμενά του μέσω του ορθολογισμού, αντιτιθέμεθα ριζικά στις έννοιες του ταλέντου ως “χαρίσματος” και της έμπνευσης ως “θεϊκού δώρου”, δεν επιζητούμε την πρωτοτυπία και την προβολή, αποφεύγουμε τα στερεότυπα και τις κοινοτοπίες, χωρίς να αυταπατατώμαστε ότι καινοτομούμε ή ότι μαχόμαστε στις τάξεις κάποιας άνευ περιεχομένου πλέον πρωτοπορίας, καταστέλλουμε την αυταρέσκεια και τον εγωκεντρισμό, δεν επιδιώκουμε μία διακοσμητικού χαρακτήρα καλλιέργεια εκκεντρικότητας, δεν στοχεύουμε στον εντυπωσιασμό, δεν προσφεύγουμε στην εκζήτηση, δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ενδώσει στον μανιερισμό, δεν αντιμετωπίζουμε με επιείκεια τον εαυτό μας, δεν αποσκοπούμε στην δημιουργία έργων τέχνης, δεν μας ενδιαφέρει η λογοτεχνική ενασχόληση, δεν στρεφόμαστε στην αναπαραγωγή πολιτισμικών παλίμψηστων, ενώ μας αφήνουν αδιάφορους η ιδεολογικοποιημένη εντοπιότητα και οι εθνικές εξιδανικεύσεις των πολιτιστικών επιστρωματώσεων αυτής ή κάποιας άλλης χώρας. Κατά συνέπεια αντιστρατευόμαστε με τον τρόπο αυτό ριζικά την κυρίαρχη σήμερα από το κατεστημένο έννοια του μεταμοντερνισμού, όπου εν πλήρει απουσία κάθε έννοιας ανατροπής, τα πάντα αναμειγνύονται μεταξύ τους αφηρημένα, δίχως αξιολόγηση και δίχως την παραμικρή υποψία κίνησης προς την κατεύθυνση της ανθρώπινης απελευθέρωσης.

 

Δεκτικοί σε μια διαθεσιμότητα βασισμένη στην αλογόκριτη έκφραση των επιθυμιών, και χρησιμοποιώντας την εικαστική και την γραπτή έκφραση απλώς ως τα πιο πρόσφορα μέσα διάδοσης των υπερρεαλιστικών μηνυμάτων, αντιλαμβανόμαστε ως επιτακτική την ανάγκη να οργανωθούμε σε συλλογικό επίπεδο, εκδηλώνοντας την παρουσία μας ως μια αυτόνομη υπερρεαλιστική πρωτοβουλία, για να καταστήσουμε σαφή των εναντιωματική μας στάση έναντι του υπάρχοντος κοινωνικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, επιδιώκοντας να επαναδιαπραγματευθούμε σε νέα βάση την θέση μας σε έναν κόσμο που αδιαφορεί για τις βαθύτερες ανάγκες μας, ματαιώνει τους μύχιους πόθους μας και καταστέλλει κάθε απόπειρα ελεύθερης έκφρασής τους.

Στο σημερινό καθεστώς πνευματικής χαύνωσης, κοινωνικής σήψης και πολιτιστικής αποσύνθεσης, θεωρούμε ότι η εμπειρία της κοινής δράσης και της συμμετοχής στην υπερρεαλιστική περιπέτεια θα εκπληρώσει τουλάχιστον τις βασικές επιδιώξεις μας, δημιουργώντας  τους απαραίτητους όρους για μια γόνιμη ομαδική ώσμωση, που θα μας επιτρέψει να αντιτάξουμε την αυτοδύναμη ικανοποίηση των βαθύτερων επιθυμιών στην προοπτική του κέρδους και της εξουσίας, υιοθετώντας μια ακολουθία αισθητηριακών πρακτικών ικανών να απελευθερώσουν τα πάθη, να τροφοδοτήσουν την θέλησή μας για αληθινή ζωή και να συλλάβουν τον μυστικό παλμό των πραγμάτων προδίδοντας το ακατονόμαστο και επιχειρώντας μια ριζική αντιστροφή προοπτικής, για να αποφύγουμε την αλλοτρίωση και την μείωση των αντιστάσεών μας.

Χωρίς να αναιρεί την αξία της ατομικής επιβεβαίωσης και τα επιτεύγματα της μοναχικής δημιουργίας, γνωρίζουμε ότι μια συλλογική απόπειρα άσκησης υπερρεαλιστικής δραστηριότητας, που δρα ομοθυμαδόν υπό την επήρεια της πεποίθησης στην ορθότητα των σκοπών της, μπορεί να επιτύχει εκεί που κάθε άτομο ξεχωριστά είναι μάλλον καταδικασμένο να αφομοιώνεται, να αγνοείται και να αποτυγχάνει. Αυτό που πρωτίστως μας ωθεί στην ανάγκη κοινής δράσης είναι η επιθυμία μας να καταστούμε μέτοχοι της υπερρεαλιστικής εμπειρίας, διακυβεύοντας πολύ περισσότερα από αυτά που μας υπόσχεται μια εφησυχασμένη ζωή γεμάτη συμβιβασμούς και μεταμφιεσμένες ανασφάλειες. Δημιουργώντας ένα γόνιμο διαπροσωπικό περιβάλλον πλούσιο σε προκλήσεις και ερεθίσματα, αλλά και εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο τα πλεονεκτήματα μιας εν εγρηγόρσει συλλογικής νοημοσύνης, μπορούμε να φθάσουμε σε ένα νοητικό επίπεδο ευρύτερου φάσματος, που να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τον πιο σύνθετο δυνατό τρόπο.

 

Η απόφαση έμπρακτης εφαρμογής συλλογικών μεθόδων για την προσέγγιση του υπερρεαλιστικού ιδεώδους εκ μέρους μας αποτελεί μια ενσυνείδητη απόπειρα πλήρους αποδέσμευσής μας από τα γρανάζια της κυρίαρχης κουλτούρας και των θεσμοποιημένων κατευθύνσεων έκφρασής της, που επιβάλλονται ως έγκυρες είτε από προσήλωση στην παράδοση και υποταγή σε κάποιου είδους πνευματικό εφησυχασμό, είτε από την εκάστοτε τάση της μόδας, προβάλλοντας ασύστολα τις ασημαντότητες ως αριστουργήματα και μετατρέποντας τα κοινότοπα, εύπεπτα μορφικά και ανώδυνα ιδεολογικά πολιτιστικά προϊόντα σε σημαντικά “έργα τέχνης”. Ως εκ τούτου, μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος κοινωνικοπνευματικού περιβάλλοντος πλήρους αδράνειας και στασιμότητας, αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας περισσότερο ως πολιτιστικούς ταραξίες [συνείδησης] παρά ως καλλιτέχνες, διατηρώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσής μας, διαχωρίζοντας ταυτοχρόνως την θέση μας και από κάθε “νεωτερική” κίνηση εκσυγχρονιστικού τύπου κάποιας “πεφωτισμένης” πρωτοπορίας που επικαλείται την αυθεντία της προκειμένου να πείσει για τον ανύπαρκτο ριζοσπαστισμό της τους ανυποψίαστους και τους αδαείς, όντας διάτρητη η ίδια από ολοφάνερες τάσεις ελιτισμού, επιτήδευσης και υπεροπτικού διανοουμενισμού.

Σε όσους, με φανερή ζηλοφθονία και απροκάλυπτη εχθρότητα, διαφωνούν με την εν γένει στάση μας και επιχειρούν να υποβαθμίσουν την σημασία του εγχειρήματός μας, απαιτώντας από μας πιστοποιητικά εγκυρότητας και βεβαιώσεις νομιμοποίησης, τονίζουμε ευθαρσώς ότι η γνώμη τους μας αφήνει παντελώς αδιάφορους, εφ’ όσον ο λόγος τους δεν έχει πλέον το παραμικρό επαναστατικό αντίκρισμα, έχοντας απωλέσει προ πολλού κάθε εγκυρότητα που μπορεί κάποτε να διέθετε. Η σημασία και η εμβέλεια του τολμήματός μας άλλωστε μπορεί να κριθεί κυρίως από την εμπεριστατωμένη ενάργεια των προθέσεών μας και να αξιολογηθεί πρωτίστως από την επάρκεια των επιχειρημάτων μας.

Υποκινητές μιας επιθετικής ενεργητικότητας, προσήλυτοι μιας μυστηριώδους αλχημείας του λόγου και της εικόνας, και κάτοχοι μιας ανησυχητικής ικανότητας διασποράς μαγείας, αξιοποιούμε στο έπακρο την διαύγεια του αισθησιακού παραληρήματος και εμπνεόμαστε από την αισθαντική νοημοσύνη των παιδιών, την απερίσκεπτη τρέλα που εκδηλώνουν τα υποκείμενα των ερωτικών παθών και τον πρωτογονισμό της σεξουαλικότητας που αποκαλύπτεται μέσα από τα λογοπαίγνια, την μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παράτολμες γλωσσικές επινοήσεις και την υπονομευτική δύναμη των εικόνων, που σπέρνουν σύγχυση στην γεωμετρία της εξουσίας χωρίς να σταματούν να μεταδίδουν ταυτόχρονα τα αντιφατικά μηνύματα της ζωής και του θανάτου.

 

 

                                                                                                             Μάιος 2005

 

 

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Γιώργος Γιαννόπουλος, Δημήτρης Δημητριάδης,

Διαμαντής Καράβολας, Λένα Κωνσταντέλλου, Τάσος Λίζος, Σωτήρης Λιόντος,

Ηλίας Μέλιος, Νίκος Σταμπάκης, Μάκης Χρυσοστομίδης

 

 

 

 

 

 


Ότι ακολουθεί αποτελεί διαφημιστικό υλικό, ξένο προς τη σελίδα